Δημοσιεύθηκε στην Προσωπικά

Σύντομη φυγή

20170729_085123-1_web

Είσαι ξαπλωμένος και βλέπεις αυτό. Για την ακρίβεια το βλέμμα σου χάνεται σ’ αυτό. Και μαζί με το βλέμμα και το μυαλό σου. Φεύγει, αδειάζει, ηρεμεί… Βλέπεις μόνο φως, γαλάζιο, μυρίζεις αλμύρα κι ακούς τον απαλό παφλασμό της θάλασσας, που είναι τόσο γαλήνια νωρίς το πρωί. Σαν να μην έχει ξυπνήσει ούτε αυτή καλά-καλά ακόμα. Κινείται νωχελικά και σου μιλάει σιγά. Σε καλεί. Κι εσύ υπακούς. Σε καλωσορίζει στη μεταξένια και δροσερή αγκαλιά της και σ’ αφήνει να χαλαρώσεις. Σηκώνει το βάρος σου -όλα τα βάρη που κουβαλάς- και σ’ αφήνει να επιπλέεις κοιτάζοντας τον ουρανό, σαν να αιωρείσαι στο είδωλό του. Εσύ, ένας κόκκος άμμου στην απεραντοσύνη της πλάσης…

Κι εκείνες τις στιγμές τίποτα δεν έχει σημασία. Κλείνεις τα μάτια κι αφήνεσαι να παρασυρθείς. Μισοβυθισμένος στο νερό ακούς κάτι σαν κελάρυσμα μέσα στην ησυχία. Κι είναι σαν να βρίσκεσαι μέσα στο δάσος, κάτω από τη σκιά των δέντρων, πλάι σε μια πηγή με γάργαρα νερά. Λες κι όλος ο κόσμος κρύβεται μέσα στη θάλασσα μαζί μ’ εσένα. Και δεν θες ν’ ανοίξεις τα μάτια, δεν θες τ’ αυτιά σου να βγουν στην επιφάνεια, δεν θες να τελειώσει αυτή η γλυκιά παράδοση. Κουνάς αργά χέρια και πόδια για να νιώσεις τη ροή, να νιώσεις πως είσαι ένα πλάσμα που ταξιδεύει στον υδάτινο αυτό ουρανό, δίχως βάρος, δίχως αντίσταση, δίχως έννοιες.

Κι αφού χορτάσεις τη θάλασσα -αν τη χορταίνει κανείς ποτέ- βγαίνεις και πάλι έξω, παίρνοντας ένα μικρό μέρος της μαζί σου. Οι πόροι σου την απορροφούν και το κομμάτι της γίνεται πια δικό σου κομμάτι. Ξαπλώνεις και βλέπεις μπροστά σου αυτό. Δεν το χορταίνει το μάτι σου και περιμένεις πώς και πώς την επόμενη φορά που θα χαθείς μέσα του…

Καλές αποδράσεις σε όλους!

Δημοσιεύθηκε στην Προσωπικά

Περιβάλλον φυσικό, όχι αφύσικο

Sunflowers

Σήμερα το πρωί ξύπνησα πάλι με τιτιβίσματα πουλιών Τι υπέροχο που είναι, σαν να είσαι στην εξοχή. Και τα βράδια που πέφτει ησυχία ακούω τον γκιώνη και στο μυαλό μου έρχονται αναμνήσεις παιδικές, από το χωριό όπου έμενε η θεία μου και τα καλοκαίρια μας έβαζε να κοιμόμαστε έξω στην αυλή σε ράντζα. Κοιτούσαμε τ’ αστέρια μέχρι να μας πάρει ο ύπνος με το νανούρισμα στης σκλόπας, όπως τη λένε εκεί.

Και πώς γαληνεύει η ψυχή μου, όταν είμαι στη θάλασσα. Ακούω τον παφλασμό, μυρίζω το άρωμά της κι αφήνω τον άνεμο να μου χαϊδεύει το πρόσωπο. Καμιά φορά νιώθω το άγγιγμά της, όταν ο αέρας παρασύρει τις αλμυρές της σταγόνες και με δροσίζει. Άπειρες αναμνήσεις κι απ’ αυτό, από το πατρικό μου που είναι πάνω στο κύμα.

Τόσο το πατρικό μου όσο και το σπίτι που μένω τώρα βρίσκονται σε μεγαλούπολη, μα είχα και έχω το μεγάλο προνόμιο να βλέπω απ’ τα παράθυρά μου ουρανό, εκεί τη θάλασσα κι εδώ δέντρα και βουνά. Όλα είναι θέμα συνήθειας, μέσα στο μυαλό μας, θα πει κάποιος. Και μέχρι ένα βαθμό έτσι είναι. Όμως τα περισσότερα δημιουργήματα του ανθρώπου τον σπρώχνουν μακριά από το φυσικό του περιβάλλον. Τα σχήματα, τα χρώματα, οι ήχοι, οι μυρωδιές, όλα τεχνητά γύρω μας κι αλλοιωμένα.

Ίσως γι’ αυτό μου αρέσει τόσο πολύ το άρωμα της γης μετά τη βροχή ή να κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο στο αυτοκίνητο ή στο τρένο (αντί σε μια οθόνη) ή ν’ ανοίγω μια χαραμάδα την μπαλκονόπορτα το χειμώνα και ν’ ακούω το μανιασμένο αέρα. Νιώθω ξανά ότι είμαι κομμάτι της φύσης κι όχι ένα παράσιτο πάνω στη Γη.

Τι όμορφα που ήταν, όταν ήμουν παιδί. Έπαιζα μέσα στα ηλιοτρόπια και την πρωινή χαρά που είχε φυτέψει στο μποστάνι μας ο πατέρας μου, χάζευα τα κάθε λογής ζουζούνια, έπαιζα με τα βατραχάκια που έρχονταν να πιουν νερό από τ’ αυλάκια κι ερχόμουν αντιμέτωπη με τα μεγάλα ποντίκια του αγρού, που χώνονταν όπου έβρισκαν για να βρουν φαγητό…

Αλλάζουν οι εποχές, αλλάζουμε κι εμείς, αλλάζουν και τα παιδιά μας. Έχουν άλλες προσλαμβάνουσες, άλλες προτιμήσεις, άλλες αντιδράσεις και φυσικά δεν ευθύνονται αυτά γι’ αυτό. Καλό όμως είναι να ξέρουν, να μάθουν για το περιβάλλον, όπου ανήκουν – το φυσικό όχι το αφύσικο… Και δεν εννοώ μέσω ντοκιμαντέρ. Ώστε όταν ακούν τα πουλιά ή τον γκιώνη, να έρχονται στο νου τους δικές τους εικόνες, εμπειρίες και θύμησες. Εξάλλου, αυτά είναι τα μόνα υπάρχοντά μας…

Δημοσιεύθηκε στην Προσωπικά

Η γιαγιά…

Giagia

Η γιαγιά μου, αυτή που με μεγάλωσε και το όνομα της οποίας φέρω, γεννήθηκε το 1907. Τη χάσαμε ανήμερα Πάσχα το 1992 στα 85 της, όταν εγώ ήμουν πρωτοετής φοιτήτρια. Ήταν γλυκιά, μικροκαμωμένη, με μακριά ασημένια μαλλιά, που τα έπλεκε κοτσίδες και τα έδενε σε κότσο πάνω στο κεφάλι, φορούσε πάντα τσεμπέρι και μια μακριά μαύρη ποδιά.

Τη θυμάμαι πάντα να κάνει κάτι. Ποτέ δεν έμενε άπραγη. Έκανε δουλειές ή έπλεκε με βελονάκι συνέχεια. Όταν δεν είχε κάτι να κάνει, έπλεκε τα δάχτυλά της και τα γυρόφερνε και μου έλεγε ιστορίες από τα παλιά. Θυμάμαι ότι μου έλεγε και μια ιστορία-τραγούδι, για μια Ελένη που έκλαιγε από τον καημό του αγαπημένου της. Μου άρεσε πολύ να την ακούω να το τραγουδάει και της το ζητούσα συνέχεια, αλλά δυστυχώς το έχω πια ξεχάσει…

Τι μ’ έπιασε και τη θυμήθηκα τώρα, θα ρωτήσετε. Καθόμουν εδώ χθες βράδυ και κοιτούσα το λάπτοπ και για μια στιγμή αναρωτήθηκα τι θα έλεγε η γιαγιά, αν το έβλεπε. Πώς θα της φαινόταν που είμαστε διαρκώς κολλημένοι μπροστά σε μια οθόνη κι αν θα καταλάβαινε τι μπορείς να κάνεις με δαύτο…

Η γιαγιά γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα μικρό ορεινό χωριό της Κρήτης – εκεί που γεννήθηκε κι η μητέρα μου. Τόσο μικρό να καταλάβετε, που ο μπαμπάς μου την κορόιδευε και της έλεγε πως στην κατοχή τυχαία πέρασε από κει ένας Γερμανός, γιατί χάθηκε στα βουνά. Αγρότισσα η γιαγιά, βοσκός ο παππούς και τα 5 τους παιδιά, τρεις κόρες και δυο γιοί. Αξίζει να αναφέρω εδώ πως η γιαγιά ήταν κόρη του δασκάλου του χωριού, αγράμματη η ίδια…

Ζούσαν σ’ ένα πετρόχτιστο χαμηλό σπίτι με πάτωμα από βουτσές (θα σας εξηγήσει ο γούγλης) κι η ζωή τους είχε πολύ μόχθο και δυσκολίες. Αλλά γλεντούσαν κιόλας. Η Δασκαλοκατερίνα, που λέτε, ήταν πρώτη στο χορό κι ο παππούς Αριστείδης έπαιζε νταούλι και τραγουδούσε πολύ ωραία. Δεν έχαναν γάμο ή πανηγύρι – δεν τους είχα δει ποτέ έτσι δυστυχώς…

Θυμάμαι τη γιαγιά να μου λέει πως όταν ήθελε να πλύνει ρούχα, τα φόρτωνε στο γάιδαρο, έπαιρνε και τον κόπανο και κατέβαινε πεζή από το βουνό ως τον ποταμό πλάι στη θάλασσα – μισή μέρα δρόμο. Έπλενε, ξαναφόρτωνε το γάιδαρο και ξανά πίσω. Στο σπίτι μαγείρευαν στη φωτιά κι έτρωγαν όλοι από ένα πιάτο – συνήθως με τα χέρια, αν και ο παππούς πελεκούσε κουτάλια και πηρούνια από ξύλο. Το σπίτι το φώτιζαν με λύχνους και κοιμόντουσαν όλοι μαζί στρωματσάδα στο ίδιο δωμάτιο.

Αυτή η γιαγιά κι αυτός ο παππούς, όταν γεννήθηκα εγώ, πηγαινοέρχονταν με το ΚΤΕΛ, έβλεπαν τηλεόραση, μαγείρευαν στην ηλεκτρική κουζίνα, άναβαν θερμοσίφωνο, έμπαιναν σε ασανσέρ που τους ανέβαζε ως τον τρίτο – μόνο σε αεροπλάνο δεν μπήκαν ποτέ.

Είμαι σίγουρη πως η γιαγιά δεν πρόφτασε ποτέ να νιώσει ανία και πως ακόμα κι αν ήταν αγράμματη, ο πλούτος της εμπειρικής της γνώσης ήταν ανυπολόγιστης αξίας. Και δεν νομίζω πως θα της έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση τα έξυπνα κινητά, τα τάμπλετ και τα σελφοκόνταρα. Μάλλον θα τα έβρισκε περιττά κι αδιάφορα…

Η τεχνολογική – πολιτισμική αλλαγή που βίωσαν αυτές οι γενιές είναι κάτι που δεν μπορώ να διανοηθώ. Κι όμως προσαρμόστηκαν και τα κατάφεραν. Άραγε, εμείς θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε στις δικές τους συνθήκες;

Υ.Γ. Προχτές κοιταζόμουν στον καθρέφτη και μου φάνηκε για μια στιγμή πως την είδα…

Δημοσιεύθηκε στην Προσωπικά

Λάθη, Πάθη, Βάθη…

Λάθη - Πάθη - Βάθη

Όλοι κάνουμε λάθη.  Θυμάμαι τον αγαπημένο κύριο Μαγαράκη, το μαθηματικό μου από το Γυμνάσιο, που χαρακτηριστικά έλεγε «λάθη είμαστε, ανθρώπους κάνουμε». Παρεμπιπτόντως, έκανα πολλά λάθη στα θετικά μαθήματα… Δεν φταίτε εσείς, κύριε καθηγητά!

Σε γενικές γραμμές προσπαθούμε για το καλύτερο, αλλά λάθη συμβαίνουν. Άλλοτε μικρά κι άλλοτε πιο μεγάλα. Κι εντάξει, τα μικρά τα διορθώνεις εύκολα. Ακόμα κι αν δεν μπορέσεις όμως, δεν έγινε ίσως και κανένα μεγάλο κακό. Αν είναι μεγάλα, εκεί τα πράγματα περιπλέκονται. Θα καταφέρεις να διορθώσεις την κατάσταση ή θα υποστείς τις συνέπειες; Και για πόσο;

Επίσης ενώ τα λάθη μας επηρεάζουν πάντα εμάς τους ίδιους, τις περισσότερες φορές επηρεάζουν και τους άλλους γύρω μας. Ένα λάθος μπορεί να μας οδηγήσει σε στρεβλή αντίληψη του εαυτού και της ζωής μας. Είναι, δε, προφανές ότι δικά μας λόγια ή έργα, που έχουν αρνητικές συνέπειες σε τρίτους, επιδρούν ποικιλοτρόπως τόσο στη δική μας ψυχολογία όσο και στις σχέσεις μας με τους άλλους.

Καθημερινά καλούμαστε να κάνουμε επιλογές και να πάρουμε αποφάσεις. Κατά συνέπεια καθημερινά διατρέχουμε τον κίνδυνο του λάθους. Κάποιοι από μας δεν αφήνουν να τους επηρεάσει αυτό. Κάποιοι άλλοι τρέμουν την απόρριψη ή τις επιπτώσεις και προσπαθούν να αποφύγουν κάθε ευθύνη ή απόφαση. Αυτό φυσικά δεν είναι λύση.

Όταν πια έχει γίνει το λάθος, είτε το κρύβουμε κάτω από το χαλάκι είτε το παραδεχόμαστε – και προχωράμε. Στην πρώτη περίπτωση το αγνοούμε, δεν μπαίνουμε στον κόπο να καταλάβουμε γιατί οδηγηθήκαμε σ’ αυτό, με πιθανό κίνδυνο να το ξανακάνουμε. Στη δεύτερη αποδεχόμαστε την ευθύνη και τις συνέπειες και πάμε παρακάτω γνωρίζοντας τι δεν πρέπει να επαναλάβουμε.

Ωστόσο, όπως όλοι ξέρουμε, όταν αλλάζει η εποχή πρέπει να φυλάξουμε τα χαλιά. Αυτό σημαίνει να τα σηκώσουμε από το πάτωμα και να καθαρίσουμε όση σκόνη υπάρχει από κάτω. Τότε αποκαλύπτεται όλη η υποκρισία κι η αλήθεια… Βαριές κουβέντες; Μπορεί. Είναι όμως υπερβολικές;

Καμιά φορά μας παίρνει χρόνια να δούμε τα λάθη μας. Μιλάω για τα μεγάλα, τα σημαντικά, τα λάθη ζωής. Αυτά που ξυπνάμε ένα πρωί και λέμε πώς το έκανα αυτό τότε και είμαι τώρα εγκλωβισμένος ή πρόδωσα κάποιον ή πέταξα μια ευκαιρία κ.λπ. Και τότε τι κάνουμε; Γιατί πάντα μπορούμε να κάνουμε κάτι. Απλώς όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο δύσκολο κι επώδυνο γίνεται.

Νομίζω πως πρέπει να ψάχνουμε μέσα μας και να οπλιζόμαστε με θάρρος. Θάρρος για να παραδεχτούμε το λάθος, θάρρος για να δούμε σε βάθος τι μας οδήγησε σε αυτό, θάρρος για να υποστούμε τις συνέπειες, θάρρος για να επανορθώσουμε, όσο επώδυνο κι αν είναι αυτό, θάρρος για να πάμε παρακάτω και θάρρος για να αποδεχτούμε τον εαυτό μας όπως είναι.

Δεν είμαστε μηχανές, δεν είμαστε άψογοι, δεν είμαστε κενοί συναισθημάτων, επιθυμιών κι ονείρων. Είμαστε άνθρωποι με πάθη και συχνά χάνουμε το δρόμο. Δεν λέω να συγχωρούμε τα πάντα και να κάνουμε ξανά τα ίδια. Αλλά να είμαστε ρεαλιστές και να προσπαθούμε να γινόμαστε καλύτεροι.

Γιατί τα λάθη δεν εξαφανίζονται ούτε διορθώνονται από μόνα τους. Αργά ή γρήγορα θα τα βρούμε μπροστά μας. Κι είναι κρίμα να μην μαθαίνουμε απ’ αυτά και να προσπαθούμε να τα διορθώσουμε με άλλα… λάθη!

Υ.Γ. Ανήκω στους ανθρώπους που δεν μετανιώνουν για τα λάθη τους. Θα μου πεις, εξαρτάται τι έχει κάνει ο καθένας. Σύμφωνοι. Όμως πάντα αποκομίζουμε κάτι που μας πάει ένα βήμα παρακάτω, όσα κι αν έχουμε κάνει προς τα  πίσω.

Δημοσιεύθηκε στην Προσωπικά

Πάρεργο ή δώρο;

Πάρεργο

Πάνε μέρες που δεν έχω γράψει. Μου μοιάζει σαν να έχουν περάσει μήνες. Ο λόγος είναι καλός όμως. Όταν έχεις ξανά δουλειά έπειτα από καιρό, και μάλιστα μια δουλειά που σου αρέσει, λες «θα τη βρω την άκρη».

Όμως μου έχει λείψει το να γράφω. Άσε που νιώθω ενοχές, ότι έχω εγκαταλείψει τα Μονοπάτια και τους συνοδοιπόρους στο έλεός τους. Τη μία φτιάχνω ένα εικονοσχόλιο, την άλλη ανεβάζω κάποιο αγαπημένο τραγούδι για να δηλώνω παρούσα. «Δεν σας ξεχνάω, μην με ξεχνάτε…»

Και τώρα σ’ ένα διάλειμμα από τη δουλειά -έχω την πολυτέλεια να εργάζομαι στο σπίτι- μου ήρθε η έμπνευση, μα πιο πολύ η ανάγκη να γράψω. Κάνω διάλειμμα από τον υπολογιστή μπροστά στον… υπολογιστή! Παράνοια, με την καλή έννοια…

Κι έπειτα σκέφτομαι τι ωραίο που είναι να έχεις μια ασχολία που αγαπάς, που σε γεμίζει. Που σε κάνει να έχεις κάτι να περιμένεις, ακόμα και στα δύσκολα. Που ομορφαίνει τη μέρα σου και σε κάνει να αισθάνεσαι καλά.

Όλοι κάτι έχουμε μέσα μας – ενεργητικό ή παθητικό, σοβαρό ή ανάλαφρο, δεν έχει σημασία. Άλλος διαβάζει, άλλος γράφει, άλλος μαγειρεύει, άλλος ζωγραφίζει, άλλος ακούει μουσική, άλλος παίζει παιχνίδια, άλλος σπουδάζει, άλλος σκαλίζει το χώμα, άλλος κάνει ταβανοσκόπηση.

Και δεν πρέπει ν’ αφηνόμαστε στις τύψεις για το χρόνο που περνάει έτσι. Γιατί όταν κάτι γεμίζει την ψυχή, αξίζει το κάθε δευτερόλεπτο. Και οφείλουμε να προσέχουμε την ψυχούλα μας – το βλέπω μεγαλώνοντας. Άλλωστε κάτι ξέρανε οι παλιοί που λέγανε πως «η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη». Στις μέρες μας και η έλλειψη δουλειάς τρώει τον αφέντη βέβαια…

Γι’ αυτό σου λέω! Βγες, δοκίμασε κάτι καινούριο, κάνε πράγματα που σ’ ευχαριστούν, απομονώσου ή μοιράσου τα με άλλους. Κάνε ό,τι μπορείς για να χαρίσεις μερικές στιγμές ικανοποίησης στον εαυτό σου κάθε μέρα – όσο δύσκολη ή άσχημη κι αν είναι. Κάνε αυτό το δώρο στον εαυτό σου. Ειδικά στις μέρες που ζούμε αυτό το δώρο είναι πολύτιμο.

Εις το επανιδείν και συντόμως!

Δημοσιεύθηκε στην Προσωπικά

Ευσεβείς πόθοι – 2

Άνθρωποι

Αυτοπεποίθηση, ανέκαθεν το αδύνατό μου σημείο. Με μεγάλη δυσκολία υποστήριζα το δίκιο μου, ενώ σπάνια διεκδικούσα αυτό που δικαιούμην (πιθανόν να έπρεπε να χρησιμοποιήσω Ενεστώτα…). Έτρεφα και τρέφω απεριόριστο σεβασμό σε όσους στηρίζουν τη άποψή τους και δεν διστάζουν να ορθώσουν ανάστημα για να πάρουν αυτό που τους οφείλεται. Προσπαθώ, γιατί προφανώς δεν είναι ευχάριστο να αισθάνεσαι ότι σε πιάνουν και κορόιδο…

Αλλά, βρε παιδί μου, υπάρχουν και κάποιοι που φτάνουν στο άλλο άκρο. Δεν μου αρέσουν οι άνθρωποι που σκέφτονται μόνο το συμφέρον τους, που δεν μπαίνουν στη θέση του άλλου, που κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν για να γίνει το δικό τους. Βλέπω ανθρώπους που αδιαφορούν για υποχρεώσεις και δεσμεύσεις επειδή δεν τους βολεύει, που βρίσκουν χίλιες δικαιολογίες για να πείσουν ότι δεν φταίνε, που επιτίθενται στον άλλο για να φανούν σωστοί.

Μα μόνο έτσι παίρνεις αυτό που σου αξίζει; Γιατί αυτή η πονηριά; Γιατί τα φτηνά κόλπα; Γιατί αυτή η υποτίμηση τόσο του εαυτού σου όσο και του άλλου; Λες κι έχουμε απαξιώσει το διάλογο – τον εξωτερικό, μα κυρίως τον εσωτερικό…

Τις περισσότερες φορές που δυο άνθρωποι δεν μπορούν να συνεννοηθούν -εμού συμπεριλαμβανομένης- είναι επειδή είναι επικεντρωμένοι στο εγώ τους και αδυνατούν να δουν την άλλη πλευρά. Αρνούνται να ακούσουν κι απλώς εμμένουν στο δικό τους. Ωραία αιτία για να έρθεις σε ρήξη με κάποιον… Είμαστε στ’ αλήθεια διατεθειμένοι να αδικήσουμε τους άλλους για να περάσει το δικό μας;

Η συμπεριφορά διαμορφώνει νοοτροπίες κι εξαπλώνεται. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να κάνουμε αυτήν τη συμπεριφορά καλύτερη. Δεν είναι κακό να χρησιμοποιούμε την κοινή λογική, να βρίσκουμε τη χρυσή τομή και να καταλήγουμε σε λύσεις που μπορεί να μην μας ευνοούν στο 100%, αλλά που δεν «ρίχνουν» και κανέναν. Μα δεν είναι προτιμότερο να συναντάμε τον άλλο στα μισά;

Ας εκπαιδεύσουμε τον εαυτό μας να αποστασιοποιείται. Όχι με την έννοια της ψυχρότητας, αλλά με την έννοια της αντικειμενικότητας – για να μην πω δικαιοσύνης. Να βλέπουμε τα πράγματα σφαιρικά, να αναλογιζόμαστε, αν το «πρόβλημα» αφορούσε έναν τρίτο, ποια θα θεωρούσαμε καλύτερη επιλογή; Είναι ζόρικο αυτό, αλλά γιατί αποφεύγουμε να ζοριστούμε; Τι θα πάθουμε; Ειλικρινά…

Ξέρω, δεν μπορούν πάντα να είναι όλοι ευχαριστημένοι. Λογικό κι αποδεκτό. Εμένα με ενοχλεί η απουσία της προσπάθειας, η κακή πρόθεση, η κουτοπονηριά… Δες πέρα από τη μύτη σου! Προσπάθησε κι ας μην πετύχεις. Κι αφού παλέψεις για το αμοιβαίο συμφέρον, πάλεψε για το δικό σου. Θα είσαι εντάξει μέσα σου κι η συμπεριφορά σου μπορεί να παραδειγματίσει κάποιους. Έτσι αλλάζουν τα πράγματα, μωρέ!

Δημοσιεύθηκε στην Προσωπικά

Αμφορέας ζωής

Μάνα είναι αυτός που σου δίνει ζωή απ’ τη ζωή του

Μάνα είναι αυτός που σε μαθαίνει να πετάς

Μάνα είναι αυτός που αγαπάει χωρίς υστεροβουλία

Μάνα είναι αυτός που θα σου αστράψει δυο χαστούκια για να σε συνεφέρει και θα πονέσει πιο πολύ από σένα

Μάνα είναι η καρδιά, η αγκαλιά, τα χείλη

Μάνα είναι η ρίζα, το νερό, ο ήλιος

Μάνα είναι ό,τι χρειάζεται ένα παιδί – το παιδί που πάντα κρύβουμε μέσα μας.

Μάνα είναι ο κόσμος όλος…

Υ.Γ. Ο πατέρας να μην νιώθει αδικημένος. Η φύση τον επιφόρτισε με άλλα.

Δημοσιεύθηκε στην Προσωπικά

Ταξίδια – σκόρπιες σκέψεις…

Ταξίδια

Λεωφόροι, δρόμοι, μονοπάτια… Κάθε άνθρωπος ακολουθεί αμέτρητα στη ζωή του. Τι κρύβεται πίσω από κάθε στροφή; Κάθε διαδρομή κι ένα ταξίδι, είτε στο μυαλό είτε στην πραγματικότητα. Μα μήπως κι αυτά που κάνουμε με το μυαλό δεν είναι πραγματικά; Κρύβουν επιθυμίες κι όνειρα, κρύβουν το απαγορευμένο και το άπιαστο, κρύβουν το ανέφικτο και το αδύνατο – συνήθως…

Κοιτάζοντας πίσω βλέπω πως έχω κάνει πολλά, και μεταφορικά και κυριολεκτικά. Κάποια έγιναν επειδή το επέβαλαν οι συνθήκες, κάποια επειδή το επέβαλαν τρίτοι, τα περισσότερα όμως έγιναν επειδή το ήθελα. Το παράξενο για μένα είναι πως δεν απορρίπτω κανένα. Ούτε αυτά που επέλεξα ούτε αυτά που μου επέβαλαν – κι αυτά επιλογή μου ήταν, αν το καλοσκεφτείς…

Άνοιξη. Από τη μπαλκονόπορτα φτάνει ως τον 4ο η ευωδιά από τις ανθισμένες νεραντζιές και τις λεμονιές της γειτονιάς. Κι αυτό με ταξιδεύει στα παιδικά μου χρόνια, Μεγάλη Παρασκευή στον Επιτάφιο. Μια διαδρομή κι αυτός, με το συμβολισμό της και με τη διαφορετική σημασία που έχει για καθένα που την ακολουθεί. Σκόρπιες σκέψεις…

Κι εμένα μια διαδρομή μ’ έφερε ως εδώ πάνω. Να μυρίζω και να θυμάμαι, να γράφω και να ξαναζώ στιγμές του παρελθόντος. Μελαγχολία μ’ έπιασε ξαφνικά. Έχω αλλάξει πολλά μονοπάτια για να φτάσω εδώ και μπροστά μου βρίσκονται κι άλλα, που ούτε καν βλέπω ούτε καν φαντάζομαι. Θα ‘ρθουν όμως. Με κάθε βήμα που κάνω, με κάθε στροφή, πλησιάζω το επόμενο.

«Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος…» Μα υπάρχει άραγε μόνο μια Ιθάκη; Κι όταν τη φτάσεις, τάχα δεν αναζητάς την επόμενη; Έτσι δεν είναι η φύση του ανθρώπου; Πάντα να ψάχνει, πάντα να θέλει;

Ταξίδια… Είτε στη φαντασία είτε στην πραγματικότητα, όλα έχουν κάποτε ένα τέλος. Πότε είναι καλό, πότε είναι άσχημο. Αλλά αυτή είναι η μοίρα του ταξιδιώτη: να χάνεται σε διαδρομές που είναι απρόβλεπτες και άγνωστες, ακόμα κι αν ο προορισμός του είναι ορατός.

Δημοσιεύθηκε στην Προσωπικά

Με αφορμή το Πάσχα

Γραμματείς και Φαρισαίοι

Μεγάλη εβδομάδα. Πάντα με πιάνει μια μελαγχολία αυτές τις μέρες, όχι όμως μόνο για το λόγο που φαντάζεστε. Συμβολισμοί, πιστοί, άθεοι, νηστεία, εκκλησιασμός, μετάνοια, άγιο φως, σούβλες…

Χιλιοειπωμένο ίσως, αλλά φοβάμαι πως όλα πλέον γίνονται για το θεαθήναι. Μια αφορμή για γιορτή, για ξεκούραση, για μια σύντομη απόδραση από τη δύσκολη καθημερινότητα, για την οικογένεια να βρεθεί και πάλι μαζί. Σαν την ημέρα της μητέρας, της γυναίκας, της γης κ.λπ. Περνάει κι έπειτα όλα γίνονται όπως πριν, ξεχνώντας την ουσία.

Την ουσία. Δεν ξέρω αν τη θυμόμαστε και ποτέ… Νηστεία. Ξέρουμε τι είναι; Την κάνουμε σωστά; Νομίζουμε ότι αποφεύγουμε μιαρές τροφές, ενώ το νόημα είναι αλλού. Κόβουμε κρέας, αυγά, γαλακτοκομικά και νομίζουμε ότι έτσι ερχόμαστε πιο κοντά στο Θεό. Άσχετο που βρίσκουμε κόλπα για να έχουμε γεμάτο και χορτάτο το στομάχι. Κρατάμε το σώμα σε νηστεία, αλλά τρέφουμε το πνεύμα; Απέχουμε για λίγο από το φαγητό, αλλά απέχουμε από κακές σκέψεις, αρνητικά συναισθήματα, εγωιστικές πράξεις;

Πάμε στην εκκλησία. Όπως πάμε στην παρέλαση ή στην εξοχή την Πρωτομαγιά; Συρρέει κόσμος και κοσμάκης. Πόσοι πηγαίνουν επειδή το νιώθουν και πόσοι επειδή «πρέπει»; Οι εκκλησίες είναι ανοικτές και το υπόλοιπο έτος. Μόνο στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές τις θυμόμαστε; Και μέσα στην εκκλησία ακούμε τις ψαλμωδίες και συμμετέχουμε πνευματικά στο τελετουργικό ή κοιτάμε τι παπούτσι φοράει ο δίπλα και πόσο έντονα βάφτηκε η κυρία μπροστά μας; Αμ η άλλη, με το μαλλί φουσκωμένο σαν με τρόμπα;

Οι περισσότεροι μεγαλώσαμε ακούγοντας για την κατάνυξη, τη θυσία, το Χριστό. Νιώθουμε όμως το Πάσχα; Ίσως όταν ήμασταν παιδιά. Τώρα όμως; Κάποιοι θα μιλήσουν για παραδόσεις. Δεν ξέρω κατά πόσο συμφωνώ με το να εντάσσουμε την πίστη στις παραδόσεις. Είναι κάτι πιο βαθύ που για μένα πρέπει να το αντιμετωπίζουμε αλλιώς. Να το ζούμε καθημερινά κι όχι μόνο στις «επετείους».

Προσωπικά δεν με νοιάζει το αν κάποιος πιστεύει ή όχι. Αυτό το βρίσκει ο καθένας μέσα του κατόπιν σκέψης κι αναζήτησης και είναι απόλυτα σεβαστό. Με νοιάζει το να ξέρουμε γιατί κάνουμε ό,τι κάνουμε. Έχω ένα φίλο που είναι σχεδόν εμμονικός με τη συνέπεια μεταξύ λόγων και έργων. Κι αν και πολλές φορές γίνεται υπερβολικός (μ’ έχει πάρει η μπάλα ουκ ολίγες φορές) έχει δίκιο. Είναι σχεδόν εξευτελιστικό να λες κάτι και μετά να πράττεις το αντίθετο. Αυταναιρείσαι. Κι όταν κάνεις κάτι επειδή απλώς και μόνο το επιβάλλει ένα έθιμο ή ένας κανόνας τον οποίο δεν ασπάζεσαι (κάτι που πιθανότατα σημαίνει πως δεν το κάνεις καν σωστά), ευτελίζεις και τον εαυτό σου και το έθιμο/κανόνα.

Καθένας μας φυσικά είναι απόλυτα ελεύθερος να πράττει όπως ακριβώς θέλει (εκτός αν παρανομεί). Ας είναι όμως ειλικρινής και συνειδητοποιημένος γι’ αυτό που κάνει, ας είναι συνεπής με τον εαυτό του κι ας απέχει από το να επιβάλλει στους άλλους αυτό που εκείνος θεωρεί σωστό.

Διαπιστώνω λοιπόν ότι το Πάσχα για τον περισσότερο κόσμο κατάντησε πια ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ στην τηλεόραση, μαγειρίτσα, τσουρέκια, κόκκινα αυγά κι οβελίας. Ε θα πάμε και σ’ έναν Επιτάφιο, θα πάρουμε και το άγιο φως. Το θέμα είναι την επομένη να μην κλέψουμε την κατσίκα του γείτονα… Αλλιώς η γιορτή της αγάπης γίνεται πανηγύρι της υποκρισίας.

Δημοσιεύθηκε στην Προσωπικά

Το κορίτσι που χάθηκε…

Banksy

Η γενιά μας είναι… Δεν ξέρω ποια λέξη ταιριάζει. Άτυχη; Ανήμπορη; Μοιραία; Ή απλώς ένα γρανάζι σε μια μηχανή που λέγεται ιστορία του ανθρώπου;

Νομίζω ότι η πιο ευνοημένη γενιά ήταν αμέσως μετά των παππούδων μου. Αυτοί που γεννήθηκαν λίγο πριν το 2ο Παγκόσμιο. Τότε ήταν παιδιά – δεν πολυκαταλάβαιναν. Μεγάλωσαν δύσκολα, αλλά έβλεπαν διαρκώς τα πράγματα να βελτιώνονται γύρω τους. Πήραν κουράγιο και δύναμη, πάλεψαν και τα κατάφεραν. Έκαναν παιδιά και θέλησαν να τους δώσουν όλα όσα στερήθηκαν. Κι έφυγαν από τη ζωή έχοντας ανταμειφθεί για τους κόπους τους, ευχαριστημένοι. Προτού τα δουν όλα να ανατρέπονται ξανά.

Μ’ εμάς έγιναν όλα ανάποδα. Γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στην αφθονία, χωρίς να μας λείπει τίποτα. Μάθαμε πως όλα ήταν στο χέρι μας και μπροστά μας ήταν τα καλύτερα. Είχαμε δυνατότητες κι εφόδια από τους γονείς μας – ακόμα κι οι λιγότερο προνομιούχοι είχαν την ευκαιρία να προκόψουν μέσα στη γενικότερη ευφορία.

Κι όταν φτάσαμε σε μια ηλικία που θα έπρεπε να έχουμε «τακτοποιηθεί» και «κατασταλάξει» -εκεί γύρω στα 35 με 45- χάσαμε τη γη κάτω από τα πόδια μας. Δεν είναι ότι χάσαμε μόνο τα υλικά, χάσαμε και τ’ άλλα. Χάσαμε το όραμα, την ελπίδα, το κουράγιο, την επιθυμία καν να προσπαθήσουμε. Σάμπως μάθαμε και ποτέ; Δεν λέω ότι μας χαρίστηκαν τα πάντα, αλλά οι συνθήκες ήταν συνθήκες «ευκολίας» κι η νοοτροπία που διαμορφώθηκε ανάλογη. Κι αν είσαι και Έλληνας, λίγο απείθαρχος, υπεραισιόδοξος και πονηρούτσικος, νιώθεις ότι σου έκλεψαν κάτι δικαιωματικά δικό σου. Ήταν όμως;

Και πώς ν’ αρχίσεις τώρα από την αρχή; Πώς να βρεις τη δύναμη, την όρεξη να κάνεις σχέδια και να τα εφαρμόσεις; Πού είναι η επιμονή κι η υπομονή; Όταν βλέπεις ότι όλα γύρω είναι ζόρικα, αν όχι εντελώς μαύρα… Κι είναι πολλά τα χρόνια που παλεύουμε να κρατηθούμε. Και μαζί με τη βιοπάλη, δίνουμε μάχες εσωτερικές. Κι είναι εξίσου βίαιες. Η αίσθηση της ανημποριάς, η μειονεξία, η παραίτηση, η απαισιοδοξία, η θλίψη… Κι η απομόνωση στην οποία οδηγούν όλα αυτά. Φαύλος κύκλος και πρέπει να τον σπάσουμε.

Ήμουν πολύ αισιόδοξη κάποτε. Δεν φοβόμουν εύκολα. Μην παρεξηγηθώ, δεν ήμουν παράτολμη, αλλά δεν άφηνα τα δύσκολα να με πτοήσουν. Μου λείπει πολύ αυτή η κοπέλα. Που οι άλλοι έπαιρναν δύναμη και κουράγιο από κείνη. Τώρα την έχω ανάγκη κι εγώ. Αλλά κάπου έχει κρυφτεί. Ελπίζω να έχει κρυφτεί απλώς για λίγο και να μην έχει χαθεί οριστικά…