Δημοσιεύθηκε στην Προσωπικά

Σύντομη φυγή

20170729_085123-1_web

Είσαι ξαπλωμένος και βλέπεις αυτό. Για την ακρίβεια το βλέμμα σου χάνεται σ’ αυτό. Και μαζί με το βλέμμα και το μυαλό σου. Φεύγει, αδειάζει, ηρεμεί… Βλέπεις μόνο φως, γαλάζιο, μυρίζεις αλμύρα κι ακούς τον απαλό παφλασμό της θάλασσας, που είναι τόσο γαλήνια νωρίς το πρωί. Σαν να μην έχει ξυπνήσει ούτε αυτή καλά-καλά ακόμα. Κινείται νωχελικά και σου μιλάει σιγά. Σε καλεί. Κι εσύ υπακούς. Σε καλωσορίζει στη μεταξένια και δροσερή αγκαλιά της και σ’ αφήνει να χαλαρώσεις. Σηκώνει το βάρος σου -όλα τα βάρη που κουβαλάς- και σ’ αφήνει να επιπλέεις κοιτάζοντας τον ουρανό, σαν να αιωρείσαι στο είδωλό του. Εσύ, ένας κόκκος άμμου στην απεραντοσύνη της πλάσης…

Κι εκείνες τις στιγμές τίποτα δεν έχει σημασία. Κλείνεις τα μάτια κι αφήνεσαι να παρασυρθείς. Μισοβυθισμένος στο νερό ακούς κάτι σαν κελάρυσμα μέσα στην ησυχία. Κι είναι σαν να βρίσκεσαι μέσα στο δάσος, κάτω από τη σκιά των δέντρων, πλάι σε μια πηγή με γάργαρα νερά. Λες κι όλος ο κόσμος κρύβεται μέσα στη θάλασσα μαζί μ’ εσένα. Και δεν θες ν’ ανοίξεις τα μάτια, δεν θες τ’ αυτιά σου να βγουν στην επιφάνεια, δεν θες να τελειώσει αυτή η γλυκιά παράδοση. Κουνάς αργά χέρια και πόδια για να νιώσεις τη ροή, να νιώσεις πως είσαι ένα πλάσμα που ταξιδεύει στον υδάτινο αυτό ουρανό, δίχως βάρος, δίχως αντίσταση, δίχως έννοιες.

Κι αφού χορτάσεις τη θάλασσα -αν τη χορταίνει κανείς ποτέ- βγαίνεις και πάλι έξω, παίρνοντας ένα μικρό μέρος της μαζί σου. Οι πόροι σου την απορροφούν και το κομμάτι της γίνεται πια δικό σου κομμάτι. Ξαπλώνεις και βλέπεις μπροστά σου αυτό. Δεν το χορταίνει το μάτι σου και περιμένεις πώς και πώς την επόμενη φορά που θα χαθείς μέσα του…

Καλές αποδράσεις σε όλους!